Δευτέρα, 20 Απριλίου 2015

Μάνες καρακάξες της Δευτέρας


Η προετοιμασία της Δευτέρας ξεκινά από αργά την Κυριακή με την ετοιμασία των σχολικών τσαντών των παιδιών. Μια αλλαξιά ρούχα, σεντόνια, πετσέτες, παπούτσια  κήπου, πάνες, μωρομάντηλα, τυχόν σημειώσεις που πρέπει να γράψεις για τις δασκάλες τους, και μια σημείωση ΝΑ στο ψυγείο μην ξεχάσεις την επομένη το πρωί να βάλεις απογευματινό στα παιδιά.

Ξημερώνει η κάθε Δευτέρα και χτυπάει το ξυπνητήρι την συγκεκριμένη ώρα. Με το ένα μάτι ανοιχτό και το άλλο κλειστό κλείνεις το ξυπνητήρι. Θες άλλα δυο τρία λεπτά να συνέλθεις. Κουκουλώνεσαι και απλώνεσαι στο κρεβάτι. Ο άλλος δίπλα δεν κουνιέται. Σε δέκα λεπτά άντε πάλι το ξυπνητήρι.

« Τι θα γίνει θα σηκωθείς ή έτσι θα χτυπάει;» μουρμουρίζει ο αγαπητικός σου από δίπλα.

Πετάγεσαι πάνω έξαλλη. Πηγαίνεις στο δίπλα δωμάτιο όπου τα αγγελούδια σου κοιμούνται. Εννοείται ότι κοιμούνται. Είναι Δευτέρα. Μόνο τα Σαββατοκύριακα πετάγονται πάνω από τις 7. Θα μου πεις ο νόμος του Μέρφι. Θα σου πω ΕΓΩ ΗΜΟΥΝ ο Μέρφι. Θες να ρίξεις λίγο νερό στο πρόσωπο σου, να βουρτσίσεις τα δόντια και μετά να τα ξυπνήσεις μην ξεκινήσει από τώρα η πρωινή παραζάλη. Με το που ξεκινάς το βούρτσισμα ακούς τα γλυκά πρωινά γκαρίσματα των μπουμπουκιών σου: «Μαμάαααααααααααααααα γάλαααααααααααααααααααααααααα… θέλω γάαααλααααα…..» όπως όπως ξεπλένεσαι και τρέχεις για το γάλα πριν ξυπνήσουν τον πασά που δουλεύει και κουράζεται. Εσύ αντέχεις είσαι μάνα είπαμε. Αυτός είναι απλά ο πατέρας. Έτοιμα τα γάλατα. Πας στο δωμάτιο τους τα δίνεις και τρέχεις στο ενδιάμεσο να ντυθείς.

Δεν προλαβαίνεις να βάλεις την κάλτσα και ακούς τις γνώριμες ζουζουνίστικες φωνούλες:

-          - Μαμάαααααααααααα ήπιαμεεεεεεεεεεεεεεεεεε.

-          - Ωραία σηκωθείτε, απαντάς

-          - Όχι θέλουμε εσένα, απαντούν με μια φωνή.

Τρέχεις πριν επικρατήσει σαματάς, είπαμε ο μπαμπάκας κοιμάται.

Βρίσκεις τα ρούχα που είναι να φορέσουν στο σχολείο και με το που σε βλέπουν αποφασισμένη να τους τα βάλεις ξεκινά η τραγωδία της Δευτέρας, με απίστευτη ερμηνεία από δυο μικρούτσικα και χαριτωμένα πλασματάκια:

-          Δεν θέλω αυτό το παντελόνι, λέει η μεγάλη

-          Ζιεν ζιέλω, λέει η δεύτερη

-          Θέλω να βάλω φουστάνι, συνεχίζει η πρώτη

-          Ζιέλω φουτάνι, επιμένει η ηχώ της πρώτης.

Φουστάνι; Φουστάνι! Παίρνεις απο ένα φουστάνι και ετοιμάζεσαι να τους το φορέσεις.

-          Δεν θέλω αυτό το φουστάνιιιιιιιιιι… φωνάζει η πρώτη

-          Όσιη αυτό, πετάγεται και η άλλη

Και εκεί αρχίζει η δεύτερη πράξη.

-          Ωραία ας διαλέξετε ποιο θέλετε να φύγουμε, τους λες σε μια προσπάθεια να λήξει ήρεμα σήμερα η όλη διαδικασία.

Κι όμως τα μικρά βρίσκουν πάντοτε τρόπο να σε εκπλήξουν.

-          Θέλω τον μπαμπά μουυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυ, μ ένα στόμα μια φωνή η μικρές.

Και εσύ που είσαι ένα βήμα πριν την κρίση πανικού, που θες απλά να πιεις μια γουλιά καφέ να ανοίξει το μάτι, να φας κάτι πριν λιποθυμήσεις από την πείνα είσαι απέναντι σε δυο πλάσματα που χτυπιούνται στο πάτωμα και κλαίνε, γιατί θέλουν τον μπαμπά τους. Έχεις δυο επιλογές. Να γελάσεις και να το πάρεις στα χαλαρά ή να χτυπιέσαι σαν αυτά.

-          Τι κάνετε εκεί μέσα τόση ώρα; Γιατί φωνάζετε; Ακούς την φωνή του λατρεμένου σου συζύγου από το δίπλα δωμάτιο.

Οκ δεν έχεις άλλες αντοχές κάπου πρέπει να εκτονωθείς!

-          Σήκω να τις ντύσεις ΤΩΡΑ!

Και πάνω που θες να είσαι στοργική μητέρα και σύντροφος καταλήγεις πάλι ο κακός της παρέας. Ο μπαμπάκας σηκώνεται και ντύνει τις μικρές, και μετά από μιαμιση ώρα καταφέρνετε να φύγετε από το σπίτι και να πάτε στο σταθμό.

Γυρίζεις πίσω αναμαλλιασμένη, πεινασμένη, διψασμένη και με την τσίπλα ακόμα στο μάτι. Ανοίγεις πόρτα, απόλυτη ησυχία, το σπίτι σε μια χαόδη κατάσταση μιας και χτες το βράδυ δεν μαζεύτηκαν ποτέ τα παιχνίδια, ούτε οι πετσέτες, ούτε οτιδήποτε υπήρχε στο σαλόνι. Σκέφτεσαι τον καφέ, πηγαίνοντας προς την κουζίνα σταματάς στο δίπλα δωμάτιο και ρίχνεις μια ματιά στα πέντε πλυντήρια ασιδέρωτα. Τα προσπερνάς. Μπαίνεις στην κουζίνα όπου ο άντρας σου τρώει πρωινό. Σε κοιτάζει και σου χαμογελά:

-          Αγάπη μου μα τι παθαίνετε πρωί πρωί; Έπρεπε να έρθω εγώ για να τις ντύσω; Να είσαι πιο ήρεμη.

Του ρίχνεις το δολοφονικό βλέμμα και γεμίζεις τον βραστήρα.

-          Πες το μου αν είναι, το συνεχίζει αυτός, θέλεις να το κάνω και εγώ αυτό;

Ρίχνεις μια κουταλιά καφέ στο φλιτζάνι και δεν το κοιτάς. Είναι πρωί. Είναι Δευτέρα. Έχεις ακόμα σίδερο, ψώνισμα, δουλειές, μαγείρεμα. Δεν χρειάζεται να εκτονωθείς πάνω του. Βάζεις ραδιόφωνο.

-          Ρε αγάπη μου πραγματικά, ατού ο Γαβρίλης, κάτι πρέπει να κάνεις με τα νεύρα σου. Μήπως να ξυπνάς πιο πρωί να τα προλαβαίνεις όλα; Για πες μου τώρα φαί έχει να πάρω στην δουλειά;

Αποσύρεσαι αθόρυβα και κλείνεσαι στο μπάνιο. Δέκα εισπνοές δέκα εκπνοές και όλα καλά!!!

Καλημέρα μάνες καρακάξες!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σχόλια